Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ. ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ

Είναι γεγονός πως η οποιαδήποτε προσπάθεια να περιγραφεί η Πραγματικότητα (που είναι πέρα από τις λέξεις) είναι αδύνατη.   Κι αυτό, γιατί τα λόγια αδυνατούν, μια και η Πραγματικότητα, ……η Ζωή, είναι πολύ πέρα από τις λέξεις, και αναγνωρίζεται, μόνο μέσα στον καθένα μας…

Πως όμως εμείς, (όταν δεν έχουμε φτάσει να την αντιληφθούμε), μπορούμε να βοηθηθούμε (μέσω της μελέτης), ώστε να ωθήσουμε τον εαυτό μας προς αυτήν την κατεύθυνση;

Όπως συμβαίνει στα πάντα, έτσι και για το συγκεκριμένο θέμα, είναι απαραίτητο πρώτα «να κατανοήσουμε».  Να κατανοήσουμε όμως τι;
Αυτό φυσικά, που ήδη βρίσκεται μπροστά μας……

Γιατί ενώ, (όπως έχει ειπωθεί επίσης χιλιάδες φορές), τα πάντα «είναι εδώ» κάνοντας μας να σκοντάφτουμε στην κυριολεξία επάνω τους, το πρόβλημα είναι πως δεν στεκόμαστε να τα δούμε….. Εκεί υστερούμε...

Και βέβαια, μια και δεν μένουμε να δούμε, δημιουργούμε μόνο σενάρια και  διαστρεβλώσεις, φέρνοντας, (ή προσπαθώντας) στα μέτρα μας, ότι κι αν εισέρχεται στην αντίληψη μας, με όλα τα αποτελέσματα που μας στερούν την γαλήνη και την ευτυχία…

Στην περίπτωση λοιπόν της γλώσσας που αποτελείται από λέξεις, τι είναι αυτό που έχουμε μπροστά μας;
Κατ’ αρχήν ένα γραπτό. Μία περιγραφή ……..για κάτι…..  Για κάτι που συμβαίνει. Μίας κατάστασης ας πούμε. Και λέμε: Κάποιος, αφού «κατανόησε», (βίωσε, αν και αυτό θα φανεί εκ των υστέρων) κάτι, (την έννοια του «κάτι», ή το «αισθάνθηκε» ολοκληρωτικά), στη συνέχεια, τo μετέφερε με λέξεις στο χαρτί, και (ίσως) έγινε δημόσια διαθέσιμο μέσω αυτής του της κατάθεσης, οπότε και «τυχαία» (τυχαία;), εμείς τώρα το διαβάζουμε. 

Έχουμε λοιπόν μπρος μας αυτή την περιγραφή, (και γνωρίζοντας πως χρειάζεται να την κατανοήσουμε πριν βγάλουμε το οποιοδήποτε συμπέρασμα), είναι πάάρα πολύ βασικό, να ακολουθήσουμε κάποιες προτροπές. (Προτροπές, όχι με την έννοια του καταναγκασμού, αλλά επειδή ακριβώς προήλθαν από βιώματα ως διαπιστώσεις κάποιων ανθρώπων οι οποίοι έπεσαν «μέσα» σε όλα, ένα προς ένα τα λάθη  που μπορεί κάποιος να υποπέσει και χάσανε άδικα χρόνο και ελευθερία….., τώρα, μας τα κάνουν γνωστά για να τα δούμε και εμείς…) Διαπιστώσεις οι οποίες, αν δεν ακολουθηθούν, δεν έρχεται η κατανόηση, που είναι όπως είπαμε και ο βασικός μας στόχος (ακολουθώντας τον παρόντα συνειρμό).

Προτροπές λοιπόν:
1η Προτροπή.
«Δεν μας ενδιαφέρει ΠΟΙΟΣ είναι αυτός που γράφει το οτιδήποτε».

Αν την ώρα που διαβάζουμε το γραπτό έχουμε κατά νου ποιος το γράφει, δεν είμαστε στο γραπτό. Είμαστε σε αυτόν που το έχει γράψει. Αν δε, τον γνωρίζουμε και προσωπικά, («νομίζοντας» πως ξέρουμε καλά τον ίδιο μια και τον βλέπουμε χρόνια), τότε έχουμε ήδη μία εικόνα αυτού που διαβάζουμε, πριν καν το διαβάσουμε, και η οποία είναι ανάλογη βέβαια, της «γνώμης» μας για το άτομο…. 

Από την άλλη, αν το γραπτό είναι από κάποιον αναγνωρισμένο από την πλειοψηφία των ανθρώπων ως Γνώστη, (πχ από κάποιον Αρχαίο Φιλόσοφο), αναντίρρητα, γνωρίζουμε πως αυτό που διαβάζουμε είναι «μία σοφία», και το δεχόμαστε χωρίς να εμβαθύνουμε σε τίποτα……

Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις τελικά όμως δεν βλέπουμε ούτε «καθαρά», ούτε «ουσιαστικά». Αυτό που κάνουμε, είναι ότι κατατάσσουμε ήδη από την αρχή το όποιο περιεχόμενο του γραπτού, ανάλογα με την καταχωρημένη «γνώμη μας» για το άτομο που το κατέθεσε. Αυτό το άτομο όμως, παρόλη την συμπάθεια ή αντιπάθεια που τρέφουμε στο πρόσωπο του, προσπαθεί κάτι να μας πει… Κι αυτό που θέλει να μας πει, (μεταφέρει), μέσα του, εμπεριέχει, (αν το χρησιμοποιήσουμε σωστά, είμαστε επικεντρωμένοι, και εμβαθύνουμε σε μας), συνειδητοποιήσεις,  διαπιστώσεις, βιώματα... Ή απλά, έναν άλλο τρόπο από αυτόν που βλέπουμε ήδη, ή κατατάσσουμε τα πράγματα. (Σωστό λάθος δεν το γνωρίζουμε…. ακόμα…) Σίγουρα πάντως, το να είμαστε «στον άλλον» κατά την ανάγνωση, αυτόματα μας έχει ήδη απομακρύνει «από μας», και δεν είναι και το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε για την πρόοδο, ή βοήθεια προς τον εαυτό μας. Εν τέλη, άσκοπος ο χρόνος του όλου διαβάσματος οπότε, καλύτερα να τα παρατήσουμε και να πάμε καμιά βόλτα…

2η Προτροπή.
 «Ψάχνουμε, (τρόπος του λέγειν, γιατί δεν αποτελεί πραγματικό ψάξιμο, αλλά «εσωτερική διερεύνηση») το «ΑΠΟ ΠΙΑ ΘΕΣΗ» γράφει, αυτός που γράφει.

Η διερεύνηση του από ποια συνειδησιακή «θέση» καταθέτει ότι καταθέτει, δεν γίνεται για να κρίνουμε τον ίδιο, αλλά για να δούμε εμείς, «που πρέπει να πάμε» (μέσα μας) για να αντιληφθούμε τα όσα μας περιγράφει. Είναι ένα εσωτερικό παιχνίδι «μεταφοράς» της συνειδητότητας μας στα Εσωτερικά επίπεδα που (ίσως), είτε επειδή αδυνατούμε μέχρι τώρα να τα προσεγγίσουμε, μπορούμε να το κάνουμε με το παρόν γραπτό ώστε να βοηθηθούμε, είτε, μας δείχνει μια άλλου είδους προσέγγιση αυτών που αναγνωρίσαμε ήδη, η οποία βέβαια μας εμπλουτίζει. Όσων αφορούν το δεύτερο, όπως και να’ χει βγαίνουμε κερδισμένοι...

Αν δεν μπούμε όμως στα ενδότερα, (ξεκινώντας από εμάς), διαβάζουμε μεν, αλλά το πολύ πολύ μόνο να καταλάβουμε, χωρίς όμως ποτέ να «ανοίγουμε» την ικανότητα του εαυτού μας στην κατανόηση. Με το «καταλαβαίνω», γίνεται αναφορά μόνο σε κάτι επιφανειακό όπως ακριβώς περιγράφεται, χωρίς όμως την οποιαδήποτε προοπτική…. Γιατί την προοπτική, ποτέ δεν την δίνουν τα λόγια, αλλά η θέση η δική μας με την οποία τα προσεγγίζουμε. Διότι πίσω από τα λόγια κρύβεται πάντα η ουσία των γραπτών που αποδίδουν εσώτερες συνειδησιακές «καταστάσεις». Το καταλαβαίνω, έχει να κάνει με απλές περιγραφές υλικών καθημερινών πραγμάτων της «κοινής» λογικής οι οποίες είναι σταθερές, αμετακίνητες, και στατικές, και δεν έχουν καμία σχέση με εσώτερες έννοιες…..

Υπάρχει επίσης το ενδεχόμενο, ακριβώς επειδή ίσως έχουμε διαβάσει πάρα πολλά «αποδεδειγμένα» και «αποδεχόμενα» βιβλία ως «Βαθιάς Γνώσης», να  θεωρούμε και πως κατέχουμε αυτή τη Γνώση... Χωρίς βίωμα όμως, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβαίνει. Οπότε, (μη έχοντας κατακτήσει εσώτερες καταστάσεις), έχει αυτή η Γνώση αποτυπωθεί ξερά στη μνήμη μας μόνο ως πληροφορίες. Έτσι, ότι νέο κι αν διαβάζουμε, (ακόμα και βαθύ να είναι), δεν είμαστε σε θέση να το κατανοήσουμε, οπότε και το απορρίπτουμε ως λάθος.

Για να κατανοήσουμε όμως, είναι απαραίτητη η ύπαρξη της σύνθεσης μέσα μας. Η «σύνθεση», αφορά μία ικανότητα, η οποία αναπτύσσεται  εσωτερικά, όταν έχουν ερεθιστεί μέσω της τριβής, (εξαιτίας της Θέλησης μας), ο χειρισμός, η διερεύνηση, η αναγνώριση, η αποσαφήνιση, η βίωση καταστάσεων και ενεργειών της νόησης, όπως και του εσώτερου Είναι μας. Κάτι τέτοιο, αν δεν το έχουμε πραγματοποιήσει, και απλά «καταλάβαμε» μόνο τη γνώση (όλων των παρελθόντων βιβλίων που διαβάσαμε) καθαρά επιφανειακά, έχει αποτέλεσμα να μην συνάγει το κάθε τι νέο με το οποίο ερχόμαστε σε επαφή με αυτά που ξέρουμε και εγκρίνουμε ήδη, εξ ου και η απόρριψη του. Αυτή όμως, είναι η μεγαλύτερη και τραγικότερη παγίδα μας.

Γιατί ότι κι αν διαβάζουμε σήμερα, τώρα, προσπαθούμε να το προσαρμόσουμε σε ότι ήδη ξέρουμε, μια καί έχουμε την αντίληψη, πως η γνώση μαθαίνεται με την αποστήθιση, ή την απλή ανάγνωση… Παραμένουμε όμως έτσι εντελώς κλειστοί, (όσο η μελέτη μας γίνεται κατά αυτόν τον τρόπο) με αποτέλεσμα, να μην μπορούμε τελικά να δούμε….. Έχουμε έτσι οι ίδιοι ήδη καταδικάσει τον εαυτό μας, δηλητηριάζοντας βέβαια και όποιον είναι στα αρχικά στάδια μαθητείας, επηρεάζοντας τον με τον πιο αρνητικό τρόπο, μια και τον παρακινούμε να  ακολουθήσει τα βήματα μας….. (Αφού οι ίδιοι θεωρούμε πως πράττουμε σωστά…)

Αναγνωρίζοντας όμως τη θέση μας, και αντιλαμβανόμενοι πως δεν κατανοούμε αυτό που διαβάζουμε καθόλου, σημαίνει απλά, πως ακόμα, δεν είμαστε εκεί... Άρα, όταν θα φτάσουμε να το κατανοούμε (στο μέλλον), τότε θα είμαστε σε θέση, (μετά την κατανόηση), να κρίνουμε για την αλήθεια, ή το ψέμα που περιέχει εντός του. Όχι νωρίτερα. Άρα, προς το παρόν, δεν κρίνουμε το γραπτό, απλά το αφήνουμε στην άκρη.

3η Προτροπή.
«Κοιτάμε, (ή προσπαθούμε να δούμε), που είμαστε εμείς σε σχέση με αυτόν του οποίου το περιεχόμενο του γραπτού τώρα εξετάζουμε».

Όχι όμως για να κάνουμε σύγκριση μαζί του για το αν είμαστε καλύτερος, ή ανώτερος του κλπ, (αστεία πράγματα), αλλά για καθαρά δική μας διερεύνηση. Διότι βρίσκοντας τη θέση μας είναι που ανακαλύπτουμε και εξετάζουμε τη διεύρυνση της δικής μας αντίληψης σε σχέση με τον Ατομικό μας δρόμο. Η σύγκριση, δεν είναι για να κατατάσσουμε, (όπως νομίζουμε) ανθρώπους, πράγματα και καταστάσεις, αλλά για να βοηθήσουμε τον εαυτό μας στην κάθε θέση την οποία βρισκόμαστε, να μπορεί εκμεταλλευόμενος τα εργαλεία που του παρέχονται, (μέσω εννοιών, προτροπών, καταστάσεων με τις οποίες ταυτιζόμαστε), να «βλέπει» κάθε φορά, ένα παραπάνω κομμάτι της Πραγματικότητας.

Γιατί το τι είναι σωστό και λάθος, (το σωστό με την έννοια του Πραγματικού), μόνο το Εσωτερικό μας μπορεί να μας το πει. Και φαίνεται, όταν αυτό που βλέπουμε σε σχέση με τον άλλον, και μας κάνει να χαρακτηρίζουμε τη θέση του ως «πιο χαμηλή από μας», (πως δεν έχει να κάνει με την ανωτερότητα τη δική μας έναντι της δικής του κατωτερότητας, αλλά με τη διαπίστωση της δικής μας συνειδησιακής θέσης από εμάς σε μας, ή την πρόοδο μας σε σχέση με το κοντινό μας παρελθόν), δεν μας κάνει να αισθανόμαστε καμία ανάγκη να «του το δείξουμε», πόσο μάλλον να «τονίσουμε» τα λάθη που διαπιστώνουμε πως κάνει.

Όταν επίσης, (επειδή οι ίδιοι δεν έχουμε κάτι ατόφιο-ατομικό να παρουσιάσουμε, μια και δεν υπάρχει ακόμα στην πορεία μας), κρίνουμε, οποιοδήποτε έργο άλλου, που βλέπουμε πως έχει και απήχηση, (με την έννοια πως συμφωνούν και άλλοι μαζί του), ενώ εμείς αδυνατούμε να τον κατανοήσουμε, και τον επικρίνουμε, τον κατακρίνουμε, του ρίχνουμε ευθύνες, και τον κατηγορούμε, (με τη φαντασία μας να οργιάζει), τελικά, μόνο κακό στον εαυτό μας μπορούμε να κάνουμε. Γιατί βαθιά μέσα σε αυτή μας την κατάκριση, το μόνο που κρύβεται,  είναι η ανάγκη μας να δείξουμε ότι κι εμείς κάτι αξίζουμε, τραβώντας με αυτή την αρνητική κρητική μας τα βλέμματα επάνω μας…. Ένα εγώ, από εδώ μέχρι το Φεγγάρι……

Από την άλλη, όταν «πέσει στα χέρια μας κάτι» το οποίο, δεν μπορούμε (ακόμα) να συλλάβουμε ολικά, είναι πολύ καλύτερο για μας να πιαστούμε από τα κοινά που ήδη αναγνωρίζουμε, (ακόμα κι αν είναι ελάχιστα), και να «μελετήσουμε» το γραπτό, γιατί επάνω στην απόφαση-προσπάθεια κατανόησης, (μέσα από αυτό το «ζόρισμα»), είναι που έρχεται η ανύψωση μας, προς το πεδίο από το οποίο περιγράφεται. Ταυτιζόμενοι, όσο μπορούμε περισσότερο.

Γιατί αν δεν πάμε «στην θέση» που γράφτηκε, (όπως είπαμε), δεν έχουμε το δικαίωμα να το απορρίψουμε, μόνο και μόνο επειδή δεν «τολμάμε» να παραδεχτούμε και να αποδεχτούμε την αδυναμία μας να το αντιληφθούμε….

Αυτό όμως τελικά σημαίνει, πως από ένα σημείο και μετά, ότι κι αν έχει καταγραφεί ποτέ στους αιώνες από ανθρώπους, θα είμαστε σε θέση να το αντιληφθούμε. Γιατί το Ανώτερο επίπεδο που έχει τη δυνατότητα να φτάσει, (βρεθεί) ένας άνθρωπος εν ζωή σε αυτό το πεδίο, είναι εν δυνάμει, ικανότητα όλων μας.

Κατανοούμε, τα του επιπέδου αντίληψης μας λοιπόν, και όλα τα κατώτερα επίπεδα, και «μαθαίνουμε», από όλα όσα βρίσκονται πέρα από το επίπεδο αντίληψης μας. (Ακόμα). Όχι για να το δείξουμε όμως στους άλλους, αλλά για να προχωράμε οι ίδιοι…..

Ο καθένας οπότε, όταν εκφράζει αυτά που έχει βιώσει, το κάνει γιατί αυτή είναι η Αλήθεια του. Αν είμαστε καθαροί, συνειδητοποιημένοι, γνωρίζοντες «ΠΟΥ» είμαστε, και «ΠΟΙΟΙ» Είμαστε, ερχόμαστε σε επαφή με ανθρώπους, μόνο στις παρακάτω περιπτώσεις :
Είτε για να καταθέσουμε την Ατομική Βιωματική μας Αλήθεια!
Είτε για να θαυμάσουμε, και να ενθαρρύνουμε.
Είτε για να απαντήσουμε όταν ερωτηθούμε.

Στην πρώτη περίπτωση μοιραζόμαστε με τους άλλους την Ατομική μας Γνώση, και εμπλουτιζόμαστε με το μοίρασμα της δικής τους Ατομικότητας.
Στη δεύτερη, αναγνωρίζουμε την Αλήθεια και την Ομορφιά και το δηλώνουμε
Και στην τρίτη, επεξηγούμε ότι καταθέτουμε, βοηθώντας, ώστε να αναγνωρίσουν και άλλοι, την δική τους πια Ατομική Αλήθεια.

4η Προτροπή.
«Έχουμε υπ όψιν μας, την αυτοαναίρεση των λέξεων»

Η συνειδητοποίηση της Αυτοαναίρεσης των Λέξεων, έρχεται παρατηρώντας και μελετώντας τη γλώσσα, με ταυτόχρονη Εσωτερική εργασία με τον εαυτό, και τις αντίστοιχες «συνειδησιακές θέσεις» οι οποίες αλλάζουν, κατά την παρακολούθηση και ακολουθία του ειρμού ενός κειμένου ώστε να γίνει κτήμα μας.

Είναι πολύ βασικό να γνωρίζουμε, πως πάρα πολλά κείμενα, (ειδικά τα βαθιά κείμενα που γράφονται από μια πολύ υψηλή θέση), για να γίνουν αντιληπτά, είναι απαραίτητη η εναλλαγή μέσα μας διαφόρων «συνειδησιακών θέσεων», οι οποίες αλλάζουν αυτόματα μεταξύ τους, ώστε ο εαυτός να αντεπεξέλθει στην παρακολούθηση και κατανόηση. Εκεί είναι που κάνει οφθαλμοφανές την αδυναμία της η γλώσσα, (και οι λέξεις) στο να μεταφέρουν τις έννοιες. Και ειδικά, να μεταφέρουν το πέραν... ακόμα κι από τον κόσμο των εννοιών…..

Κάτι λοιπόν που σε μία (χαμηλή) θέση ισχύει, σε μία άλλη, (ανώτερη), ενώ θα περιγραφεί με τα ίδια λόγια, θα σημαίνει άλλα πράγματα, ή ακόμα και θα έχει αντίθετη εντελώς σημασία. Η γλώσσα λοιπόν, είναι ζωντανή! Δεν είναι «φλατ» όπως η λογική μας. Φέρει μέσα της τεράστιο βάθος, αλλά μόνο αν εμείς γινόμαστε συνειδησιακοί επισκέπτες των ανάλογων πεδίων που μεταφέρονται στα λόγια.

Παράδειγμα:
Άλλο είναι το «εγώ» του εγωισμού και της «λεγεώνας», και άλλο το «Εγώ» της Ατομικότητας.

Και ακόμα, η Ένωση με τον Εαυτό, δεν είναι  επίτευξη, όμως η Ένωση με τον Εαυτό, είναι επίτευγμα.
Στην πρώτη περίπτωση, δεν είναι επίτευξη γιατί δεν φτάνουμε ποτέ κάπου. Ειδικά με την προσπάθεια, την αποστήθιση της γνώσης, τα βραβεία και τους επαίνους… Φτάνουμε, φυσιολογικά, όταν απλά αφαιρέσουμε τα εμπόδια από το να μην είμαστε εκεί, και αυτό το συνειδητοποιούμε, γιατί όλοι μας, Είμαστε από πάντα.
Στη δεύτερη περίπτωση όμως, αν το θελήσουμε, το αποφασίσουμε, και εργαστούμε Εσωτερικά, φυσικά και είναι επίτευγμα. Το μεγαλύτερο, και πιο ουσιαστικό όλης μας της ζωής.

Παρακολουθώντας λοιπόν το ταξίδι που μας κάνει να πάρουμε σε αυτό μέρος ένα κείμενο, είναι που μεταφερόμενοι οι ίδιοι, γινόμαστε «αυτόπτες μάρτυρες» των όσων περιγράφονται.

5η Προτροπή.
«Κατανοώντας «καθαρά» το ίδιο το κείμενο, μόνο τότε είμαστε σε θέση να δούμε, (μέσα από αυτό), το γιατί αυτός ο άνθρωπος το κατέθεσε, όπως και γιατί τελικά έφτασε στα χέρια μας».

Δεν υπάρχει τίποτα στη ζωή, που να είναι έξω από την Εξέλιξη μας. Αυτό σημαίνει, (μια και όλοι, και όλα είναι συνδεδεμένα), πως τίποτα τυχαίο δεν υπάρχει στις μεταξύ μας επαφές και σχέσεις. Αν η προσοχή μας όμως παραμένει μόνο στο εξωτερικό μέρος, ποτέ δεν κατανοούμε αυτή την ομορφιά που συμβαίνει με τα πάντα στον κόσμο μας.


6η Προτροπή.
«Τι κάνουμε εμείς σε παρόμοιες, αντίστοιχες φάσεις της ζωής μας όταν χρησιμοποιούμε έναν ανάλογο τρόπο αντιμετώπισης των καταστάσεων, σαν αυτόν που μόλις κατανοήσαμε;»

Κατ’ αρχήν, με ποιον άλλον τρόπο, (εκτός του περιγραφομένου)  αντιμετωπίζουμε οι ίδιοι τις καταστάσεις; Σε αυτή τη φάση, έχουμε φύγει απ’ ότι διαβάσαμε, και είμαστε μόνο σε μας…..

Πήραμε το έναυσμα του γραπτού, και το κάνουμε σπερματική έννοια προς διερεύνηση της Ατομικής μας θέσης στα πράγματα. Υλικό για το στοχασμό μας…

7η Προτροπή.
«Παραπέρα διερεύνηση»
Τι αντιληφθήκαμε για μας από αυτό το κείμενο πέραν; Τι γίναμε; Με τι εμπλουτιστήκαμε; Κάναμε διαπιστώσεις του παρελθόντος που ίσως δεν είμαστε πια εκεί;  Που μας μετέφερε, ασχέτως αυτού που διαβάσαμε, με την έννοια του τι ενεργοποίησε; Μια και η κατανόηση του, «κάτι μας έδωσε» οπωσδήποτε… Είτε το ίδιο ήταν αληθινό είτε ψευδές δεν έχει σημασία. Σημασία έχει, πως πάντα, το οτιδήποτε έχει τη δυνατότητα μέσα του να μας πάει πιο πέρα.


Όλες οι παραπάνω προτροπές, δεν έχουν μία σειρά πραγμάτωσης. Χρειάζεται, όλες μαζί να λειτουργούν κατά τη μελέτη μας, για να φέρουν ένα ορθό αποτέλεσμα. Η αναγνώριση της κάθε παγίδας όμως κατά την ανάγνωση που κάνουμε, είναι που κάνει εφικτό το να εργαστούμε με αυτή μας την ελλειμματικότητα, παρανόηση, που παραδεχόμενοι αντιληφθήκαμε πως μας εμποδίζει και μας παγιδεύει.

Οι λέξεις, είναι μόνο για να μας προϊδεάσουν λοιπόν. Για να μας ταξιδέψουν. Να μας ωθήσουν να εισχωρήσουμε εντός μας. Και όχι για να βγαίνουμε από εμάς, ή να ζούμε εκτός. Έξω από μας, γύρω μας, στις καταστάσεις που μας συμβαίνουν, στους άλλους.

Οι λέξεις, είναι βοήθημα. Ένα βοήθημα για τα ταξίδια …… μέσα μας. Είναι λοιπόν Εργαλείο, και είναι σύμβολα. Αποτυπώσεις λιγοστές, που είναι ικανές να μας εισαγάγουν στο γενικό, μόνο όμως αν εμείς προχωρήσουμε το όποιο θέμα.
Για συνειδητοποιήσεις, διαπιστώσεις, αντίληψη…. Περιγράφουν, μεταφέρουν μεν, γιατί «εμπεριέχουν», κουβαλούν την Εσωτερική Θέαση, όμως να θυμόμαστε, πως ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ η θέαση… Η θέαση η ίδια, είναι πέραν…

Η γλώσσα γενικότερα, συγκεκριμενοποιεί. Έχει διαχωριστεί κάτι από μέσα, και μεταφέρεται έξω διαχωρισμένο. Για να γίνει η αντίληψη του μη διαχωρισμένου, είναι που χρειάζεται να προσεγγιστεί με τη θέση μας εντός μας. Αλλιώς, ότι περιγράφει το έχει κατεβάσει, το έχει οριοθετήσει, και το κρατά φυλακισμένο. Μένοντας μόνο στην περιγραφή, είμαστε φυλακή οι ίδιοι.  Άρα, είναι όμορφο να γνωρίζουμε πως ότι κι αν εκφράσουν οι λέξεις δεν είναι ποτέ μόνο αυτό.

Κάθε τι επίσης που έχει μια περιγραφή, μέσα σε αυτή την περιγραφή, εμπεριέχει και το αντίθετο του, όπως και τις άπειρες προοπτικές του. Γιατί; Γιατί οι ίδιοι, δεν είμαστε κάτι το περιορισμένο. Περιορισμό, έχει μόνο το υλικό μας σώμα. Η αντίληψη όμως, δεν επιδέχεται κανέναν περιορισμό, παρά μόνο, αυτόν που εμείς οι ίδιοι θα καθορίσουμε. Αν αποδεχτούμε αυτό που θα ειπωθεί ως αυτό που είμαστε, είμαστε μόνο αυτό. Αν όμως, απλά περιγράψουμε, κάτι από όλη τα γκάμα του άπειρου που έχουμε εντός μας, είναι εντελώς διαφορετικά τα πάντα μέσα μας.

Το διάβασμα λοιπόν, το κάθε είδους διάβασμα, είναι προς χρησιμοποίηση. Είτε για εγκλωβισμό, είτε για επέκταση και άνοιγμα. Αυτό όμως, θα καθοριστεί από την τάση μας για περιορισμό ή επέκταση. (Και πάλι ο προσδιορισμός αυτός δίδεται από την αναγνώριση τη δική μας στο τι είναι αυτό που χρησιμοποιούμε τελικά). Είμαστε περιοριστικοί λοιπόν, ή επεκτατικοί; Γιατί αυτός ο περιορισμός ή η επέκταση, αν παρατηρήσουμε, είναι και αυτό που χαρακτηρίσει κατά ανάλογο τρόπο και τη ζωή μας.

Ο περιορισμός είναι φυλακή και στασιμότητα. Καμία εξέλιξη εσωτερικά, άρα ούτε και αλλαγή, η προοπτική και στο εξωτερικό σκηνικό της ζωής μας. Και όσο, (σε έναν κόσμο που τα πάντα ρει), παραμένουμε περιορισμένοι και αμετακίνητοι, τόσο στερούμε από τον εαυτό μας ελευθερία.

Αντίθετα η επέκταση, (η κάθε είδους επέκταση των ορίων μας), Συναισθηματικά, Νοητικά, στις πράξεις της εξωτερικής μας ζωής, στις δυνάμεις και δυνατότητες μας, στη Γνώμη για τον εαυτό μας, μόνο να μας εμπλουτίσει και να μας προοδεύσει μπορεί. Κάθε μέρα και πιο πέρα, κάθε στιγμή και πιο πάνω.

Τι μας λείπει λοιπόν εν τέλει, και που ψάχνουμε τις απαντήσεις;

Όλα είναι θεατά. ΌΛΑ. Ας μάθουμε να βλέπουμε…όταν κοιτάμε. Αυτό είναι που χρειαζόμαστε. Ή, ας μάθουμε ΠΟΥ, να κοιτάμε, και ΠΩΣ να κοιτάμε.

Αυτό φίλοι μου είναι το μυστικό…