Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ – ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

Λάθη μου, δεν είναι αυτά που βιώνω εξαιτίας των επιλογών μου, εκ του αποτελέσματος… Πραγματικά μου λάθη, είναι η κατηγοριοποίηση όλων όσων βιώνω, η εκλογίκευση τους, η  κάθε προσπάθεια να διαχωρίζω τα θετικά από τα αρνητικά, και να αγωνίζομαι να  κρατήσω τα θετικά, όπως, και η οριοθέτηση και τοποθέτηση τους…

Από τη μια να τρέμω πως κάτι ίσως να έχω παραλείψει, από μία άλλη μεριά να αναρωτιέμαι «που» έχω φτάσει,  (εσωτερικά, μια και χρόνια τώρα αγωνίζομαι…,) κι από μία τρίτη, να προσπαθώ απεγνωσμένα να πείσω τον εαυτό μου (και τους άλλους), πως «έχω φτάσει»…ήδη, …κάπου. (Προσπαθώντας να πειστώ η ίδια γι’ αυτό μέσα από τα μάτια, ή  τη «γνώμη» των γύρω μου). Αλλιώς, θα σημαίνει πως έχω αποτύχει, (μια και «επένδυσα» χρόνια και ενέργεια), λες και πρόκειται για διαγωνισμό….

Όταν όμως, παρ’ όλο που διεξάγονταν όλα τα παραπάνω, συνειδητοποίησα πως ενώ τη «Σιωπή» (που σε αυτήν βρίσκεται η Πραγματική Ζωή), την έχω γνωρίσει, (όπως και ο καθένας μας,) και παρ’ όλα αυτά την απέφευγα μόνιμα και συστηματικά, πάγωσα…

Θεωρούσα, πως το ότι έχω φτάσει κάπου, «αποδεικνύεται» πρώτον, από τη μετάδοση -  πληροφόρηση που παρέχω στους ανθρώπους (με τη συναναστροφή μου μαζί τους), για όλα   όσα έχω «συλλάβει» για το Δρόμο, με μία οπτική πιο πέρα από τη σύνηθες των περισσοτέρων ανθρώπων, που δύναται όμως να παρέχει ελευθερία, όπως και άπειρα άλλα «δώρα» που οι ίδιοι αγνοούν την ύπαρξη αυτών μέσα στον εαυτό τους, δεύτερον, από τον «πλούτο» των γραπτών μου, τρίτον, από την ευφράδεια της ομιλίας μου, και τέταρτον, από την  αβίαστη σύλληψη των κατανοήσεων που βίωνα (και βιώνω) για την Αλήθεια και την Πραγματικότητα. Αφού βέβαια γνώριζα πως όλα τα παραπάνω, ήταν  πρώτα για μένα την ίδια, και κατ’ επέκταση για όλους όσους (που τα μοιραζόμουν) ήταν σε θέση να τα αναγνωρίσουν μέσα τους, στον εαυτό τους, κι έτσι να τα βιώσουν και να τα ζουν, πορευμένοι με αυτά ως Οδηγό...

Και ενώ γνώρισα (και γνωρίζω), ένιωσα (και νιώθω) καταστάσεις διάφορες ακόμα βαθύτερες, παρατήρησα, πως δεν δυνάμεθα να έχω την παραμικρή ιδέα του πώς να τις διαχειριστώ. Εκ των υστέρων βέβαια, (επειδή «έψαχνα», και δεν μπορούσα πουθενά να καταλήξω ώστε αυτές τις «καταστάσεις» να τις «κατατάξω» κάπου «μόνιμα» σε κάποιο ράφι του μυαλού μου και να τις κάνω γνωστές ως «δεδομένα» για μένα πλέον), τις άφηνα ανενεργές (χωρίς να παραχωρώ τον χρόνο και την προσοχή μου δηλαδή σ’ αυτές). Για να τις «ξαναπιάνω» (όπως αποδείχθηκε) κάποια μεταγενέστερη στιγμή, «θυμούμενη» ότι υπάρχουν, σαν να πρέπει δηλαδή να τις βιώνω, μόνο για «να μη σκουριάσουν», ή απλά για να θυμάμαι την ύπαρξη τους…

Κι αυτό, γιατί Αισθανόμουν, (μια και έτσι νόμιζα), ότι δεν έχουν κάποια πρακτική εφαρμογή στη ζωή που ζούσα και μοιραζόμουν με το περιβάλλον μου στην καθημερινή εξωτερική μου ζωή, (και όπως είπαμε δεν είχα και ιδέα για το πώς να τις διαχειριστώ), εξού, και ένας ακόμα λόγος που τις αρνιόμουν τελικά…

Όταν εμφανίζονταν όμως και πάλι στην πορεία μου, (όπως ήδη ειπώθηκε, μια και ότι «αναπτύσσεται» εντός μας και είναι η ώρα του, ακόμα κι αν αγνοηθεί από εμάς, έρχεται και πάλι σε έναν μεταγενέστερο κύκλο ώστε να το δούμε, και να είναι το έναυσμα για να συνεχίσουμε ακόμα πιο πέρα από εκεί που σταματήσαμε), καταλάβαινα, πως δεν είχα κάποιον να τις μοιραστώ αυτές τις καταστάσεις, που θα μπορούσε να με καταλάβει, ώστε μιλώντας γι’ αυτές να τις εκλογικεύσω «με παρέα», (μια και έτσι «είχα μάθει να λειτουργώ»), και έτσι, τις ξεσκόνιζα μεν, αλλά και πάλι τις άφηνα για άλλη μια φορά πίσω….

Θεωρώντας όμως και ανακαλύπτοντας πως έχω την ικανότητα να γράφω, και να μιλάω για τα βιώματα της Εσωτερικής Πορείας βοηθώντας τους άλλους, (γιατί πράγματι διαισθητικά αισθανόμουν πως χρειάζονται βοήθεια σε αυτόν τον τομέα οι άνθρωποι που τους είναι άγνωστος άρα Ανύπαρκτος), και μια και (οι καταστάσεις μου) δεν ήταν «για πολύ κόσμο», (ένιωθα), πως δεν έχω λόγο ούτε να ασχολούμαι με αυτές, ούτε να τις καταγράφω, ούτε καν να αναφέρομαι σε αυτές. Να πάλι η μη πρακτική τους αναγκαιότητα για να υπάρχουν, ώστε να βρίσκω τον «λόγο» (την αιτιολόγηση) για να τους δίνω ζωή και ύπαρξη.

Κι αυτό γιατί νόμιζα, (τότε,) πως η βίωση της Νόησης είναι το ζητούμενο! Και πως η «Σιωπή», είναι μόνο όταν δεν υπάρχει λόγος λειτουργίας της Νόησης. Έλα όμως που η Νόηση σχεδόν πάντα είχε κάτι να πει για να βοηθήσει…. (Αυτό ήταν η μεγαλύτερη της δικαιολογία βέβαια, ώστε να παραμένει σε ύπαρξη).  Έτσι, γύριζα εκεί που νόμιζα πως πρέπει, δηλαδή στο να «ξοδεύω τον χρόνο μου», μόνο όπου θεωρούσα πως κάνω τη δουλειά  μου σωστά μέχρι τώρα, για την οποία «ήρθα εξάλλου και εδώ», (δηλαδή την προσφορά, με τον τρόπο που το είχα συνειδητοποιήσει τότε), μια και με τα πιο κατανοητά κείμενα οι άνθρωποι βοηθούνταν περισσότερο. (Θεωρούσα). Πόσο μεγάλη όμως παραπλάνηση για μένα… Αφήστε που η ίδια τελικά, δεν ζούσα μόνιμα «στο άλλο», (μια και «κατέβαζα» σχεδόν πάντα οτιδήποτε συνελάμβανα), οπότε πως θα μπορούσα να μεταδώσω το οτιδήποτε από ένα ανώτερο πεδίο από αυτό της Νόησης, πέραν κάποιων ελάχιστων δειγμάτων που «παράπεφταν»;;

Αυτός ο διαχωρισμός από το υλικό μου σώμα, και όλον τον υλικό κόσμο, πόσο τραγικός! Διότι αποκλείοντας το ανώτερο ως μη κατανοήσιμο από τους άλλους, ουσιαστικά το είχα αποκλείσει από εμένα την ίδια, μια και αντιπροσώπευα σε αυτή την περίπτωση τους άλλους που είχα ενσωματωθεί μαζί τους, αφού είχα οριοθετήσει τι καταλαβαίνουν και τι όχι. Καμία ελπίδα οπότε ενσωμάτωσης μέσα μου με οτιδήποτε ανώτερο…

Εξάλλου, όταν έλεγα πως νιώθω την ένωση παλαιότερα, το εννοούσα όσον αφορά ένα εσωτερικό επίπεδο. Αυτό, μακριά από τον υλικό κόσμο, και όχι συμπεριλαμβάνοντας τον. Ουσιαστικά, δεν είχα κάνει ένα πραγματικό «αγκάλιασμα». Όπως και δεν είχα διασπάσει πρώτα τους δικούς μου διαχωρισμούς για να τους εξετάσω βαθιά, (ενώ «νόμιζα» πως το είχα κάνει), κρατώντας όμως γερά, τον μεγαλύτερο διαχωρισμό που μπορεί να υπάρχει. Και δεν το είχα δει καν….

ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ…
Ήμουν, και δεν το είχα καταλάβει. Έψαχνα. Ακόμα έψαχνα…
Ουσιαστικά, πάντα νοητικά. Βλέπετε την Νόηση την «έπαιζα» στα δάχτυλα και το’ χα και για καμάρι! Τόσο παίδεμα, τόση αγωνία…

Ακόμα και τώρα θυμάμαι την όλη μου «βασανιστική» ουσιαστικά προσπάθεια για το «χτίσιμο» ενός εγώ, που όμως βάφτιζα «Μεγάλο Εγώ». (Μα πάλι εγώ όμως ήταν. Άρα, ο μεγαλύτερος διαχωρισμός που θα μπορούσα να έχω). Αυτό όμως βέβαια ήταν και η φυλακή μου…. Ενώ είναι όλα τόσο μα τόσο απλά…. Γεύση Ελευθερίας η απλότητα της Αντίληψης, (που ωριμάζει σε Επίγνωση) που μέχρι τότε όμως, έπαιρνα μόνο σταγόνες της…. Αυτό φυσικά, μόνο κάθε φορά που χανόταν «εντελώς», η ύπαρξη, (και συντήρηση) του ΟΠΟΙΟΥΔΗΠΟΤΕ εγώ.

Γιατί η μοναδική λύση, είναι το να μην υπάρχει κράτημα για μας από πουθενά! (Καμία κολόνα όπως την ονόμαζα παλαιότερα). Από πουθενά. Διότι το οποιοδήποτε κράτημα, (ενώ νομίζουμε είναι η αξία μας), είναι ουσιαστικά η μόνη φυλακή μας, και το μεγαλύτερο μας εμπόδιο... Με ένα «εγώ» πάντα, να κρύβεται από πίσω της. Το εγώ είναι που θέλει καβάτζες!

Όταν ήρθαν όλα αυτά στο προσκήνιο, ως στιγμές εκλάμψεων, αφηρημένης, απροσδιόριστης επικέντρωσης … στο πουθενά, στο τίποτα, δεν λέω ότι με κατηγόρησα για το ότι όντως ίσχυαν. Όχι.

Η Αλήθεια όμως ήταν, ότι δεν ήξερα τι να νιώσω…. Το μόνο που αντιλαμβανόμουν ήταν  μια πρωτοαναγνωριζόμη ηρεμία μέσα μου, και κάτι σαν σταμάτημα από τα πάντα…. Ίσως (μου πέρασε αμυδρά τότε,) να μπορούσαν πλέον να μπουν στη «σωστή» τους θέση τα πράγματα. Με την έννοια του σωστού, όχι συγκρίνοντας το με το λάθος, αλλά με το να βρίσκονται στην Πραγματική, της Αληθινή τους θέση και Διάσταση. Αυτό όμως  επιτυγχάνεται τελικά, μονάχα όταν δεν διεξάγεται «καμία» υπόγεια υποθάλπουσα κατασκευή, ή προσπάθεια διατήρησης αυτής της κατασκευής που να μας ταυτοποιεί. Ίσως, έλεγα τότε… Δεν ήξερα…

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ ΤΙΠΟΤΑ ΠΙΑ. Είχα ένα τέτοιο ανακάτεμα… Ούτε καν τι μου ξημέρωνε η αυριανή μέρα δεν γνώριζα. (Όχι νοητικά όμως όπως το λέμε όλοι μας. Το ένιωθα κατάβαθα μέσα μου). Ούτε βέβαια γνώριζα και κανέναν τρόπο για να διαχειριστώ το οτιδήποτε. Ούτε καν, τα (υποτιθέμενα) αυτονόητα και γνωστά…. Ούτε καν το ποια είμαι…

Ένα ήξερα σίγουρα: Ότι δεν ήθελα να είμαι πια, τίποτα. Είχα βαρεθεί να είμαι… Να είμαι κάτι. Να είμαι κάποιος. Να είμαι το οτιδήποτε... Κάτι έγινε μέσα μου, που ενώ δεν αναγνώριζα τι ήταν, και χωρίς να έχω την παραμικρή πληροφορία για τι θα φέρει, με έκανε να γνωρίζω απόλυτα πως για πρώτη φορά, δεν «έδινα δεκάρα» για το τι μπορεί να φέρει... Είχα σιχαθεί πια τους φανερούς, κριμένους, αληθινούς, ψεύτικους, (δεν ξέρω) ορισμούς για τα πάντα….

Όπως και γνώριζα (διαισθητικά, και με όλο μου το Είναι) επίσης, «ΠΟΥ», (όχι θα βρω τελικά τα πάντα αλλά ΠΟΥ) μπορούσα να ζήσω τα πάντα! Ότι κι αν ήταν αυτό που θα ζούσα, κι ότι κι αν σήμαινε τελικά αυτό… Γιατί ήμουν σίγουρη, πως όταν θα ερχόταν να ζήσω το οτιδήποτε, απλά θα το ζούσα, όπως ακριβώς ζούσα αυτό που συνέβαινε ακριβώς τη συγκεκριμένη αυτή στιγμή: Το συγκλονισμό αποκαλύψεων, απόλυτα ταυτισμένο με μια φύση μέσα μου, καθαρά αναγνωρίσιμη ως Πραγματικό Εαυτό μου! Που ενώ το έβλεπα καθαρά, το αναγνώριζα, το βίωνα, γινόταν  χωρίς να το ψάχνω, ή να το ορίζω παραπέρα... Είχα βάλει παράμερα, (ή, ήρθε η στιγμή να μπουν παράμερα, και απλά ήμουν η ίδια δεκτική σε αυτό), όλα τα «άχρηστα» συσσωρευμένα παράσιτα της Νόησης μου! Άλλοτε καμάρι μου… Τώρα, άλλη κατάσταση πήρε τα ηνία. Ακόμα, και της ίδιας της νόησης.

Και λαχτάρησα μέσα μου με τα λόγια:
«Ζωή…. Αγκάλιασε με…»
Σαν, να μην τα έλεγα εγώ…
Ως, να μην τα έλεγα εγώ…
Ποιος «εγώ»;
Υπήρξε ποτέ ο «εγώ»;

Και έβαλα τα κλάματα. Χωρίς όμως να λυπάμαι για κάτι…
Και θυμάμαι, αναστέναξα βαθιά..

Δεν υπήρχε κάτι το οποίο έπρεπε τελικά να καταλάβω. Έπρεπε να καταλάβω τι; Γιατί ανθίζει το λουλούδι, ή γιατί η βροχή ξεδιψάει το χώμα με την ανάσα της; Έπρεπε να καταλάβω το πέταγμα του πουλιού, τη δροσιά του πρωινού, το ηλιοβασίλεμα;

Κι αναρωτήθηκα:
«Τι ψάχνουμε οι άνθρωποι»;
Τα αφανέρωτα, στα ως πάντα φανερωμένα.
Τα υποκρυπτόμενα, σε αυτά που ποτέ δεν κρύφτηκαν.
Την πολυπλοκότητα, στο απλό…

Και συνέχισα με την έκκληση μου:
«Ζωή, αγκάλιασε με. Ζήσε με! Χάθηκα μέσα σου. Χάθηκα μαζί σου. Όπου με πας, μαζί σου. Όπου θέλεις Εσύ… Όπου Είσαι Εσύ. Γιατί έτσι, είμαι μαζί σου. Είμαι Εσύ…».

Αναρωτήθηκα…, πως αν αναρωτιόμουν μέσα μου τι είμαι, γιατί υπάρχω, κι αν υπάρχω, δεν θα έπαιρνα καμία απολύτως απάντηση... Γιατί οι απαντήσεις, βρίσκονται πολύ πέρα από οτιδήποτε ο άνθρωπος θα μπορούσε ποτέ να συλλάβει… Γιατί τις απαντήσεις τις ζούμε. Δεν τις επεξεργαζόμαστε…

«Ζωή, η ζωή σου είναι η ανάσα μου». Είπα!

«Το πορφυρό σου χρώμα το χάδι σου για μένα, κι όλες οι ομορφιές σου είναι οι χαρές μου. Με αγκαλιάζεις και λιγώνω στον ίσκιο σου. Παρατεταμένη δίνη η ύψωση της σημαίας σου στους κόσμους. Σπαράζει κι ανασταίνεται ο κάθε δειλός όταν τον αγγίζεις. Και οι αλλαγές σου; Ηλιαχτίδες της δίνης σου. Παράμερα θα κοιτάζω γι’ άλλη μια φορά το Μεγαλείο σου. Παράμερα, και όλη η πλάση στο πέρασμα σου… Γιατί, δεν έχει καμία σημασία το κάθε διαχωριζόμενο φαινόμενο στο οποίο δίνω την προσοχή, και συνάμα την ενέργεια μου. Η «ουσία» είναι στα πάντα σου, που όλα είναι τέλεια και όμορφα. Που δεν υπάρχει ασχήμια  σου πουθενά».

Και συνέχισα:
«Ζωή, αγκάλιασε με! Και μη με αφήσεις ποτέ ξανά μόνη μου να αργοσβήνω πεθαίνοντας μακριά σου. Γιατί, θάνατο δεν γνωρίζεις πουθενά. Αλλάζεις μόνο μορφές και μεταμορφώνεις τη Χάρη σου. Διακοσμείς τους κόσμους με την ομορφιά σου. Κι εμείς; Απλοί επισκέπτες για να θαυμάζουμε τα υπέροχα σου θέλγητρα. Με το θάνατο, μια άλλη όψη σου να είναι τελικά…»

Γιατί ο διαχωρισμός, είναι ο μόνος υπαρκτός βιώσιμος θάνατος  για τον άνθρωπο. Ο μόνος, που του δίνει την αίσθηση ότι χάνεται… Γιατί διασκορπίζεται… Ξοδεύεται… Διαλύεται…

Το «Πέρασμα» λοιπόν, αφορά την Πλήρη, Ολοκληρωτική Μεταφορά μας (ως διεύρυνση Συνείδησης που περιλαμβάνει τα πάντα) σε κάτι άλλο…(παραμένοντες όμως παρ’ όλα αυτά στο σάρκινο γνωστό όχημα μας). Σε κάτι, που δεν έχει όνομα, ούτε και λεκτικά χαρακτηριστικά. Σε κάτι, που δεν είναι κάτι, αλλά που γράφεται ως τέτοιο για να πλησιαστεί, έστω και αμυδρά…

Ανεκδήλωτο, Κενό, Τίποτα, Πραγματικότητα, Πέραν, Θεός;

Εκφράσεις μόνο και ξερές λέξεις, αν δεν εισχωρήσουμε οι ίδιοι. Όχι στις λέξεις, μα σε αυτό που παραπέμπουν. Γιατί τελικά, αποτελούν τη «βάρκα» μονάχα, για απέναντι. Εμείς όμως, (ο καθένας μας), πρέπει να διασχίσουμε με τη βάρκα αυτή το «χώρο», (ως βιώματα, ανάβαση συνείδησης, προχώρημα, χρόνο), ώστε να δούμε με τα ίδια μας τα Πραγματικά μάτια τι συμβαίνει, τραβώντας βέβαια ταυτόχρονα κουπί…

Διότι η Πραγματικότητα, ούτε σε εστιάζει, ούτε σε αποκεντρώνει.
Ούτε Είσαι, ούτε δεν Είσαι.
Που δεν πρόκειται για ουσία, αλλά διακρίνεται ως ουσία Παρουσίας, στην ανουσιότητα των πάντων που τώρα, (στο εδώ πεδίο) ζούμε
Πρόκειται για το τίποτα της ολοκληρότητας, και την ολοκλήρωση του κενού.
Πρόκειται, (εν όσο ζούμε σε ένα φυσικό σώμα), για την προετοιμασία από εδώ, της μετάβασης, στην Πέραν κατάσταση… Θεϊκό…

Συμπέρασμα; Ακόμα και μόνοι να νιώσουμε κάποια στιγμή, (επειδή θα αισθανόμαστε πως γι’ αυτά που ζούμε και βιώνουμε, δεν υπάρχει πληροφόρηση πουθενά από έξω, μόνοι, θα  πρέπει να συνεχίσουμε από εκεί και πέρα, απόλυτα εμπιστευόμενοι, μόνο το Εσωτερικό.

Ξέρετε πόσοι άνθρωποι δεν προχωράνε, επειδή βασίζονται, σε κάτι λιγότερο από αυτό που Είναι, επειδή εμπιστεύονται κάτι έξω από αυτούς, (έναν δάσκαλο, ένα βιβλίο κλπ), που τους εξηγεί κατά γράμμα «τι βιώνουν», ενώ το μόνο που πρέπει να γίνει, είναι οι ίδιοι να «βουτήξουν», ολομόναχοι πια, στο Είναι τους;

Ο Δρόμος, είναι ξεκάθαρα Ατομικός. Κι ότι κάνουμε, για εμάς το κάνουμε. Και εμείς, είμαστε όλοι… Αν στην πορεία μας αυτή, κάποιοι, βοηθηθούν με το να αναγνωρίσουν το δικό τους Ατομικό Δρόμο με τις πράξεις της ζωής μας, έχει καλώς. Ειδάλλως, μη αναγνωρίζοντας κάτι εντός τους, δεν είναι σε θέση, ούτε εμάς να αναγνωρίσουν. (Στο  τι έχει γεννηθεί μέσα μας, και «ΠΟΥ» ζούμε)

Έτσι κι αλλιώς, μόνοι ήρθαμε, και μόνοι αποχωρούμε. Πάντα όμως ενωμένοι, (είτε είναι συνειδητοποιημένο είτε όχι), με τα πάντα.

Αυτό είναι η Ζωή εδώ, κι αυτό ήταν το ΠΕΡΑΣΜΑ!